Τι είναι η μεταμόσχευση μυελού των οστών.  

 

Ο μυελός των οστών είναι ένας σπογγώδης ιστός που μοιάζει με αίμα και βρίσκεται μέσα στα οστά μας. Ρόλος του είναι η παραγωγή των κυττάρων του αίματος, δηλαδή των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρουν το οξυγόνο στους ιστούς, των λευκών αιμοσφαιρίων που χρειάζονται για την άμυνα του οργανισμού και των αιμοπεταλίων που είναι απαραίτητα για την πήξη του αίματος. Με λίγα λόγια ο μυελός των οστών είναι το “εργοστάσιο” παραγωγής αίματος του οργανισμού. 

Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων αποτελεί μια επαναστατική επιστημονική σύλληψη των τελευταίων δεκαετιών που επιτρέπει την αντικατάσταση του πάσχοντος μυελού. Αυτό γίνεται με τη χορήγηση “υγιών” αιμοποιητικών κυττάρων μετά από ισχυρή θεραπεία που καταστρέφει το μυελό του ασθενούς. Τα κύτταρα αυτά είναι ικανά να δημιουργήσουν ένα νέο αιμοποιητικό σύστημα στον ασθενή / λήπτη, απαλλαγμένο από την ασθένεια. Τα “υγιή” αυτά κύτταρα που θα ξανακτίσουν το αιμοποιητικό σύστημα του ασθενούς, προέρχονται είτε από το μυελό των οστών, είτε από το αίμα, ή από αίμα του ομφάλιου λώρου.  

Για ποιό λόγο γίνεται η μεταμόσχευση - Σε ποιούς ασθενείς απευθύνεται.  

Σε περίπτωση που ο μυελός των οστών ενός ασθενούς ανεπαρκεί, έχει καταστραφεί ή έχει διηθηθεί από κακοήθη κύτταρα, εκδηλώνονται σοβαρότατα αιματολογικά νοσήματα, όπως λευχαιμία, μυελική απλασία κ.α. Η αντιμετώπιση των νοσημάτων αυτών επιχειρείται με διάφορα φαρμακευτικά σχήματα, αλλά πολλές φορές μόνη θεραπεία είναι η μεταμόσχευση, δηλαδή η αντικατάσταση του πάσχοντος μυελού από μυελό που θα του δημιουργηθεί αν του μεταμοσχευθούν αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα από έναν συμβατό με αυτόν υγιή δότη. 

Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων είναι αποτελεσματική θεραπεία για ένα μεγάλο φάσμα αιματολογικών ή κληρονομικών νοσημάτων. 

Η αυτόλογη μεταμόσχευση έχει ένδειξη κυρίως στο πολλαπλούν μυέλωμα, σε υποτροπιάζοντα λεμφώματα (Hodgkin και non-Hodgkin), και σε ορισμένους συμπαγείς όγκους (καρκίνους ή άλλα μη αιματολογικά νεοπλάσματα). Από την άλλη, η αλλογενής μεταμόσχευση είναι η θεραπεία εκλογής στις λευχαιμίες, στα μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα, στην απλαστική αναιμία και σε κληρονομικά μη κακοήθη νοσήματα, όπως η μεσογειακή αναιμία και η δρεπανοκυτταρική αναιμία. 

Η διαδικασία της μεταμόσχευσης. 

Υπάρχουν 2 τύποι μεταμόσχευσης ανάλογα με την προέλευση των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων, η αυτόλογη και η αλλογενής. Στην αυτόλογη μεταμόσχευση συλλέγονται αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα από τον ίδιο τον ασθενή πριν τη θεραπεία, διατηρούνται με τη μέθοδο της κρυοσυντήρησης και επαναχορηγούνται  στον ασθενή μετά από υψηλή δόση χημειοθεραπείας ή ακτινοβολίας. Τα αυτόλογα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα δεν έχουν ειδική θεραπευτική δράση κατά του νοσήματος. Η χρησιμότητά τους έγκειται στην ικανότητα αναγέννησης του μυελού των οστών. Αυτό επιτρέπει τη χορήγηση πολύ ισχυρής (μυελοαφανιστικής) χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας με στόχο την εκρίζωση του νοσήματος. Στη συνέχεια δε με την έγχυση των αυτόλογων κυττάρων, επιτυγχάνεται η αναγέννηση του μυελού των οστών. Αντίθετα, στην αλλογενή μεταμόσχεση τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα που χορηγούνται στον ασθενή προέρχονται από έναν υγιή δότη. Αυτός ο δότης μπορεί να είναι ένας συγγενής του ασθενή (συνήθως αδερφός/αδερφή) είτε (στις περισσότερες περιπτώσεις) ένας μη συγγενής. Το αλλογενές μόσχευμα παρουσιάζει επιπρόσθετα ισχυρή ανοσολογική δράση έναντι της κακοήθειας, που συμβάλλει σημαντικά στην ίαση του νοσήματος, εξαλείφοντας τα κακοήθη κύτταρα που «ξέφυγαν» από τη θεραπεία. Η μεταμόσχευση από αίμα του ομφάλιου λώρου αποτελεί έναν ειδικό τύπο της αλλογενούς μεταμόσχευσης. Σε αυτή την περίπτωση τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα συλλέγονται από τον ομφάλιο λώρο του νεογέννητου αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία του τοκετού. Τα κύτταρα αυτά στη συνέχεια καταψύχονται και αποθηκεύονται έτσι ώστε να είναι έτοιμα όταν χρειαστεί να μεταγγιστούν σε κάποιον ασθενή.  

Πριν τη μεταμόσχευση ο ασθενής ακολουθεί ειδική θεραπεία που περιλαμβάνει ισχυρή χημειοθεραπεία ή/και ακτινοβολία με σκοπό να καταστραφεί ο παθολογικός μυελός. Τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα εγχύονται στον ασθενή ενδοφλέβια, μέσω ενός κεντρικού φλεβικού καθετήρα, μια διαδικασία παρόμοια με τη μετάγγιση αίματος. Με την κυκλοφορία του αίματος μεταφέρονται στα οστά του ασθενή, όπου εγκαθίστανται και στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται, δίνοντας γένεση σε όλα τα ώριμα κύτταρα του αίματος (ερυθρά, λευκά, αιμοπετάλια) μέσα σε 2-3 περίπου εβδομάδες. 

Η νοσηλεία του ασθενή που υποβάλλεται σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων συνήθως διαρκεί 30 με 40 ημέρες και γίνεται σε ειδικά μεταμοσχευτικά κέντρα κάτω από άσηπτες συνθήκες για την αποφυγή λοιμώξεων, ώστε να αποφευχθεί απιβάρυνση της υγείας του ασθενή.  

Μετά τη μεταμόσχευση. 

Η εμφύτευση των αιμοποιητικών κυττάρων στον ασθενή πραγματοποιείται περίπου 2-4 εβδομάδες μετά την έγχυσή τους, ελέγχεται δε με τακτικές εξετάσεις αίματος. Η πλήρης ανάκτηση της φυσιολογικής λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος του μεταμοσχευμένου ασθενή όμως καθυστερεί αρκετά. Έτσι οι ασθενείς που έκαναν αυτόλογη μεταμόσχευση αναρρώνουν μετά από μερικές εβδομάδες ενώ όσοι δέχθηκαν αλλογενές μόσχευμα αναρρώνουν μετά από 1-2 χρόνια συνήθως. Ο ασθενής υποβάλλεται σε εξετάσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα για να διαπιστωθεί ότι το μόσχευμα παράγει νέα κύτταρα επαρκώς αλλά και για να επιβεβαιωθεί η απουσία της υποκείμενης νόσου (λευχαιμία, λέμφωμα…). 

Οι πρώτες εβδομάδες μετά τη μεταμόσχευση, εώς ότου ο ασθενής ανακτήσει τις φυσιολογικές του λειτουργίες, είναι ιδιαίτερα σημαντικές καθώς υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης διαφόρων επιπλοκών και παρενεργειών και για αυτό το λόγο υπάρχει στενή ιατρική παρακολούθηση. 

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στην αυξημένη ευαισθησία που έχει ο ασθενής απέναντι στις διάφορες λοιμώξεις. Γι αυτό το λόγο οι ασθενείς λαμβάνουν προληπτικά αντιβιοτικά και άλλα φάρμακα. Οι βραχυχρόνιες παρενέργειες περιλαμβάνουν ναυτία, τάση για έμετο, κούραση, αδυναμία, ανορεξία, έλκη στο στόμα, απώλεια μαλλιών και δερματικές αντιδράσεις. Οι μακροχρόνιες επιπλοκές σχετίζονται περισσότερο με τη θεραπεία που ακολουθήθηκε πριν τη μεταμόσχευση (χημειοθεραπεία ή και ακτινοβολία).  

Στην αλλογενή μεταμόσχευση εκδηλώνεται κάποιες φορές η “νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή” (Graft Versus Host Disease-GvHD), η οποία αποτελεί τη σημαντικότερη επιπλοκή. Η νόσος εμφανίζεται όταν τα κύτταρα του δότη (μόσχευμα) αντιλαμβάνονται τα κύτταρα στο σώμα του ασθενούς (ο ξενιστής) ως ξένα, οπότε τους επιτίθενται και τους προκαλούν διάφορες βλάβες. Τα πιο συχνά προσβεβλημένα όργανα είναι το δέρμα, το ήπαρ και το έντερο. Η αντίδραση αυτή μπορεί να αναπτυχθεί τις πρώτες εβδομάδες μετά τη μεταμόσχευση(οξύ GvHD) ή μετά από αρκετούς μήνες (χρόνιο GvHD). Εάν εμφανιστεί αυτή η επιπλοκή στον ασθενή μπορεί να γίνει πολύ σοβαρή και επικίνδυνη. Ο ασθενής λαμβάνει ως θεραπεία κορτικοστεροειδή ή και άλλους ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί η νόσος μοσχεύματος έναντι του ξενιστή να γίνει δυσίατη αλλά κάποιες μελέτες αναφέρουν ότι ο ασθενής που εμφανίζει τη νόσο αυτή έχει λιγότερες πιθανότητες υποτροπής της υποκείμενης νόσου. 

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η πιθανότητα και η σοβαρότητα των επιπλοκών είναι διαφορετικές για τον κάθε ασθενή. Γι αυτό η θεραπεία είναι εξατομικευμένη, σε συνεργασία πάντοτε με τον υπεύθυνο θεράποντα γιατρό. 

Τελικά η αλλογενής μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων έχει ως στόχο την ίαση αιματολογικών νοσημάτων, που είναι ανίατα με τη συμβατική χημειοθεραπεία ή και την ακτινοθεραπεία. Η ίαση επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό από την ισχυρή ανοσολογική δράση των αιμοποιητικών κυττάρων του υγιή δότη έναντι της κακοήθειας του ασθενή. Η πιθανότητα της ίασης κυμαίνεται από 20% έως 90% και εξαρτάται κυρίως από το είδος του νοσήματος και τη φάση του νοσήματος κατά τη στιγμή της μεταμόσχευσης. Ο ασθενής, που γίνεται καλά, ζει το υπόλοιπο της ζωής του συνήθως χωρίς προβλήματα και χωρίς ειδική φαρμακευτική αγωγή.  

Πηγές : 

  • Ελληνική Αιματολογική Εταιρεία : www.eae.gr